διαρπάζω


διαρπάζω
разграбляю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "διαρπάζω" в других словарях:

  • διαρπάζω — tear in pieces pres subj act 1st sg διαρπάζω tear in pieces pres ind act 1st sg διαρπάζω tear in pieces pres subj act 1st sg διαρπάζω tear in pieces pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρπάζω — (AM διαρπάζω) 1. αρπάζω διά τής βίας πράγματα που ανήκουν σε άλλους, λαφυραγωγώ, λεηλατώ 2. ιδιοποιούμαι ξένο πράγμα αρχ. 1. ξεσχίζω, κατακόβω, τεμαχίζω 2. (για άνεμο) παρασύρω …   Dictionary of Greek

  • διαρπάζω — [диарпазо] р. грабить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαρπάζω — διάρπασα και διάρπαξα, διαρπάχτηκα, διαρπαγμένος, λεηλατώ, αρπάζω με τη βία ξένη περιουσία: Οι εισβολείς συνήθως διαρπάζουν τις περιουσίες των κατακτημένων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαρπάζετε — διαρπάζω tear in pieces pres imperat act 2nd pl διαρπάζω tear in pieces pres ind act 2nd pl διᾱρπάζετε , διαρπάζω tear in pieces imperf ind act 2nd pl (doric aeolic) διαρπάζω tear in pieces pres imperat act 2nd pl διαρπάζω tear in pieces pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρπάξω — διαρπάζω tear in pieces aor subj act 1st sg διαρπάζω tear in pieces fut ind act 1st sg διᾱρπάξω , διαρπάζω tear in pieces aor ind mid 2nd sg (doric aeolic) διαρπάζω tear in pieces aor subj act 1st sg διαρπάζω tear in pieces fut ind act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρπάζῃ — διαρπάζω tear in pieces pres subj mp 2nd sg διαρπάζω tear in pieces pres ind mp 2nd sg διαρπάζω tear in pieces pres subj act 3rd sg διαρπάζω tear in pieces pres subj mp 2nd sg διαρπάζω tear in pieces pres ind mp 2nd sg διαρπάζω tear in pieces… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρπάξει — διαρπάζω tear in pieces aor subj act 3rd sg (epic) διαρπάζω tear in pieces fut ind mid 2nd sg διαρπάζω tear in pieces fut ind act 3rd sg διαρπάζω tear in pieces aor subj act 3rd sg (epic) διαρπάζω tear in pieces fut ind mid 2nd sg διαρπάζω tear… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρπάσουσιν — διαρπάζω tear in pieces aor subj act 3rd pl (epic) διαρπάζω tear in pieces fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διαρπάζω tear in pieces fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) διαρπάζω tear in pieces aor subj act 3rd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαρπαζόμεθα — διαρπάζω tear in pieces pres ind mp 1st pl διᾱρπαζόμεθα , διαρπάζω tear in pieces imperf ind mp 1st pl (doric aeolic) διαρπάζω tear in pieces pres ind mp 1st pl διαρπάζω tear in pieces imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) διαρπάζω tear in pieces …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάρπαζε — διαρπάζω tear in pieces pres imperat act 2nd sg διά̱ρπαζε , διαρπάζω tear in pieces imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) διαρπάζω tear in pieces pres imperat act 2nd sg διαρπάζω tear in pieces imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) διαρπάζω tear… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)